Πέμπτη, 9 Απριλίου, 2026
spot_img

Πέγκη Φαράντου: Λίγο πριν το Πάσχα…

Γράφει η Πέγκη Φαράντου

ΔΙΔΑΚΤΩΡ ΨΥΧΟΛΟΓΙΑΣ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ – ΖΩΓΡΑΦΟΣ

www.pegifarandos.gr

Τρεις γιούς είχε κάνει η κυρά Κατερίνη και ο Θανάσης. Οι δύο και μεγαλύτεροι από τον τρίτο, παρότι βγήκαν από την κοιλιά της μαζί, με τον ίδιο πόνο, ήταν τόσο διαφορετικοί, από την κοιλιά της ακόμη. Ο ένας σκληρός και άπονος, ο άλλος γεμάτος καλοσύνη και φως. Στο διάβα του χρόνου, αυτή η διαφορά μεταξύ τους αντί να μικραίνει μεγάλωνε. Ο ένας γινόταν όλο και πιο σκληρός και ο άλλος όλο και πιο καλός.

Καθώς τα χρόνια περνούσαν, η σχέση αυτή γινόταν όλα και πιο περίπλοκη, η αγάπη του ενός σκόνταφτε στη ζήλεια του άλλου. Μια ζήλεια που μεγάλωνε συνέχεια. Όσο προσπαθούσε ο ένας να εμφανίσει την επιτυχία του στη ζωή, ερχόταν ο άλλος σε μια στιγμή και έλαμπε με τα έργα του. Ο ένας αδερφός βρισκόταν πάντοτε μπροστά, χωρίς να το επιδιώκει και με ό,τι και αν ήταν αυτό που έκανε. Χρήματα δεν κράτησε ποτέ για εκείνον, ούτε είχε περιουσιακά στοιχεία και η λαμπρή του φήμη είχε φτάσει πολύ μακριά. Τα δύο αδέρφια έφτασαν να μην επικοινωνούν μεταξύ τους, όχι γιατί δεν το ήθελαν και οι δύο, αλλά γιατί ήταν η μοναδική συνθήκη ισορροπίας. Ο ένας αδερφός ωστόσο, όπου και αν πήγαινε, μίλαγε με τα καλύτερα λόγια για τον αδερφό του, δείχνοντας την αγάπη του στον κόσμο, αντί σε εκείνον που δεν άντεχε να τη σηκώσει.

Κάθε Χριστούγεννα και Πάσχα, το είχε τάμα, να γεμίσει εκείνος το γιορτινό τραπέζι του σπιτιού, με ό,τι πιο εκλεκτό για τον αδερφό του και να του το προσφέρει. Ανεξάρτητα αν υπάρχουν τα χρήματα, ανεξάρτητα από θέματα υγείας, ανεξάρτητα από όλα. Έτσι γινόταν, κάθε χρόνο…

Ήταν Μεγάλη Πέμπτη, παρότι σε λίγες μέρες ήταν Πάσχα, ο καιρός θύμιζε Χριστούγεννα. Το κρύο ήταν έντονο και ο ουρανός φορτωμένος με σύννεφα που προμήνυαν βροχή. Τίποτα όμως δεν θα στεκόταν εμπόδιο στο τάμα. Στη βαθιά επιθυμία και χαρά. Το αυτοκίνητο ήταν έτοιμο να αναχωρήσει για τη Δίρφη και για την κρυφή εκτέλεση της υπόσχεσης. Ο Γιώργος δεν μιλούσε για ό,τι σκεφτόταν και ό,τι έκανε, γιαυτό και το τάμα του δεν το ήξερε κανένας, όπως και τα περισσότερα από αυτά που σκεπτόταν. Η γυναίκα του ωστόσο, που τον ακολουθούσε διακριτικά, ήξερε, ήξερε πάντοτε αλλά δεν μιλούσε, όταν δεν χρειαζόταν.

Το ταξίδι ξεκίνησε σχεδόν χάραμα. Από την εθνική οδό φαινόταν μακρινά η χιονισμένη οροσειρά. Η Δίρφυς κρατούσε χιόνι μέχρι το καλοκαίρι. Μετά από κάποιες ώρες διαδρομής, άρχισε η άνοδος. Παρότι έκανε ακόμη κρύο και οι κορυφές κρατούσαν ακόμη χιόνι, τα περισσότερα δέντρα είχαν βγάλει πολύ μικρά νέα φύλλα, προμηνύοντας την άνοιξη που ερχόταν, παρά τον κρύο καιρό. Η διαδρομή συνεχιζόταν με στάσεις. Πρώτη στάση στο σπίτι της κυρά Λένης, ένα σπίτι μέσα στα έλατα. Ο Γιώργος έκανε νόημα στη Μαρία, να του δώσει το δώρο που είχε πάρει από την Αθήνα. Ένα μεγάλο μεταλλικό κουτί με πασχαλινά γλυκά ήταν για εκείνη, όπως έκανε κάθε χρόνο. Από την κυρά Λένη πήρε ντόπια αβγά, τσάι του βουνού, φρούτα, λαχανικά και καρύδια. Η επόμενη στάση, για το πασχαλινό κρέας. Το πορτπαγκάζ και τα πίσω καθίσματα γέμισαν από άκρη σε άκρη. Η επόμενη και τελευταία στάση, ήταν για καφέ στους Στρόπωνες, ένα χωριό που βρίσκεται σε υψόμετρο, πάνω από 1500 μέτρα. Ένα μικρό καφενεδάκι απέναντι από την εκκλησία, λίγα ντόπια προϊόντα σε καφάσια έξω από την είσοδο, μια ξυλόσομπα στη μέση του μαγαζιού που έκαιγε μεγάλα κούτσουρα και λίγα τραπεζάκια με ντόπιο κόσμο. Οι περισσότεροι της γειτονιάς.

Ο Γιώργος κάθισε με τη Μαρία και παρήγγειλαν καφέ και λίγους μεζέδες. Στην τελευταία στάση της πασχαλινής διαδρομής, μια συνάντηση με έναν αγαπητό φίλο. Πριν προλάβουν να έρθουν στο τραπέζι οι φρεσκοψημένοι καφέδες, ο φίλος είχε έρθει και είχε καθίσει μαζί τους, στο μικρό τραπέζι. Από το βάθος του μικρού καφενείου ακουγόταν το ζεματιστό λάδι που έψηνε καλαμαράκια και πατάτες. Η μυρωδιά είχε φτάσει παντού κάνοντας την παραγγελιά να μεγαλώνει.

Ο Γιώργος ήταν χαρούμενος, πάντα ήταν χαρούμενος, ανεξάρτητα από τις συνθήκες, χαιρόταν τη ζωή, τη φύση, τα πάντα. Η συζήτηση δεν άργησε να ξεκινήσει. Μια συζήτηση, που ανεξάρτητα από πού ξεκινούσε κατέληγε στον Θεό. Χωρίς να το καταλάβει κανείς, μέσα σε λίγη ώρα, το μικρό τραπέζι είχε γύρω του δεκάδες ανθρώπους που άκουγαν τον Γιώργο. Για όσους τον ήξεραν, αυτό ήταν κάτι συνηθισμένο. Ο κόσμος, θαρρείς και προσελκυόταν, από ένα φως που ακτινοβολούσε από την ψυχή αυτού του ανθρώπου.

Η ώρα περνούσε και έπρεπε να αναχωρήσουν από το ψηλό βουνό, πριν πέσει ο ήλιος. Εκείνη τη στιγμή, έρχεται ανήσυχα και βιαστηκά προς το μέρος της παρέας, η κυρά Σοφία, η ιδιοκτήτρια του μικρού καφενείου. «Τι έγινε κυρά Σοφία;», είπαν και οι τρεις με μια φωνή. «Είμαι πολύ στεναχωρημένη», είπε η κυρά Σοφία και έδειξε έναν κύριο που καθόταν στην άλλη άκρη του μαγαζιού, «Ο Γιάννης -το όνομα που έχει στην Ελλάδα- δουλεύει στο χωριό στα χωράφια, είναι από την Αλβανία, εκεί είναι η οικογένειά του. Τον καθυστέρησαν λίγο στη δουλειά και έχασε το λεωφορείο, αν αργήσει να πάει στην άλλη στάση, θα χάσει το λεωφορείο από τη Χαλκίδα και στη συνέχεια θα χάσει το λεωφορείο για την Αλβανία. Πάει μετά το Πάσχα για εκείνον». «Μη στεναχωριέσαι κυρά Σοφία», είπε ο Γιώργος. «Πάσχα και θα τον αφήσουμε μακριά από την οικογένεια, γίνονται αυτά τα πράγματα!». Ο Γιώργος κοίταξε το αμάξι του που ήταν φορτωμένο από άκρη σε άκρη, με προϊόντα και τυλιγμένα αρνιά για το Πάσχα και είπε στον φίλο του, «θα πάρεις εσύ τον Γιάννη μέχρι την στάση;». Τότε εκείνος, που στο μεταξύ είχε πάρει στα χέρια του τα κλειδιά του αυτοκινήτου είπε, «είσαι Χριστιανός;» και πριν καλά καλά καταλάβει κανείς τι είχε γίνει, είχε φύγει. Ο Γιώργος και η Μαρία, χωρίς να το πολυσκεφτούν, έδωσαν τη μπροστινή θέση στον Γιάννη και την βαλίτσα του και η Μαρία κάθισε μαζί με τους τυλιγμένους πασχαλινούς αμνούς, στα πίσω καθίσματα. Ο Γιώργος άρχισε να οδηγεί και να μιλά στον, μέχρι εκείνη τη στιγμή, λυπημένο Γιάννη, που σύντομα απέκτησε ξανά το χαμόγελό του. Δεν τον άφησε στη στάση που ήθελε, σταμάτησε στον πρώτο φούρνο και του αγόρασε πασχαλινά τσουρέκια και φιλέματα για την οικογένεια. Άφησε τον Γιάννη στην Χαλκίδα, έξω από το πρακτορείο και από το λεωφορείο, που θα αναχωρούσε σε λίγη ώρα για την Αλβανία. Ο Γιάννης κατέβηκε και ευχήθηκε καλό Πάσχα στον Γιώργο και τη Μαρία, που θα συνέχιζαν το ταξίδι για την Αθήνα. Όταν έφτασαν στην Αθήνα, όλα τα προϊόντα δόθηκαν στα αδέρφια του Γιώργου. Το αυτοκίνητο άδειασε από τα προϊόντα, κρατώντας μόνο μερικά αβγά.

Για το περιστατικό ο Γιώργος δεν μίλησε ξανά, πάρα την προσπάθεια της Μαρίας να του αποσπάσει κάποια κουβέντα. Μετά από πολύ καιρό και αφού είχε περάσει το Πάσχα, ο Γιώργος συναντήθηκε στην Αθήνα με τον φίλο, που είχε βρεθεί στους Στρόπωνες, λίγο πριν το Πάσχα. Στην συνάντηση αυτή ήταν πολλοί άνθρωποι που άκουγαν τον Γιώργο να μιλάει. Η συζήτηση δεν άργησε να στραφεί στον Θεό, τη θρησκεία, τους Αγίους, το Πάσχα που είχε περάσει και τον κόσμο. Όταν κάποια στιγμή, ο Γιώργος ρωτήθηκε, «τι έγινε με εκείνον τον Αλβανό, βρήκε τελικά λεωφορείο να φύγει για την Αλβανία;» τότε ο Γιώργος, για πρώτη φορά, απάντησε, «δεν ήταν κανένας Αλβανός, ήταν ο Άγιος Νεκτάριος και, μην ανησυχείς, πήγε στον προορισμό του».

Μετά από εκείνη τη μέρα, δεν έγιναν άλλες ερωτήσεις, ούτε υπήρξαν άλλες απαντήσεις.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

spot_img
04_080426

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ