«Έφυγε» ο συγγραφέας του βιβλίου «Τι πραγματικά αξίζει – 24 γράμματα στον γιο μου»
Γράφει η Αθανασία Καραμούτα
«Η δημιουργία, Στέλιο μου, όπως αυτό το βιβλίο, είναι γράμματα σε ένα μπουκάλι που αφήνουμε στην απέραντη θάλασσα του κόσμου, σαν ναυαγοί, όταν θα έχουμε φύγει. Κουβαλάει ζωή μέσα στον θάνατο», γράφει ο Γιάννης στην εισαγωγή του βιβλίου του.
Υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι που, ακόμη και μέσα στην πιο σκληρή δοκιμασία, δεν μικραίνουν. Αντίθετα, απλώνονται μέσα στους άλλους. Γίνονται φωνή, παράδειγμα, παρακαταθήκη. Ο Γιάννης Μπρούζος ήταν ένας από αυτούς.
Ο Γιάννης Μπρούζος, εκπαιδευτικός και συγγραφέας του βιβλίου «Τι πραγματικά αξίζει – 24 γράμματα στον γιο μου», που με τη στάση και τα λόγια του ακούμπησε και συγκίνησε όλη τη χώρα μας, έφυγε από τη ζωή την Πέμπτη 2 Απριλίου, έπειτα από μακρά και γενναία μάχη με δύο μορφές καρκίνου τελικού σταδίου.
Μιλώντας μαζί του, καταλάβαινες πολύ γρήγορα πως δεν είχες απέναντί σου έναν άνθρωπο που απλώς «πάλευε» με μια ασθένεια. Είχες απέναντί σου έναν άνθρωπο που υπερασπιζόταν, με όλες του τις δυνάμεις, το νόημα της ίδιας της ζωής. Το έλεγε με λόγια απλά, αλλά συγκλονιστικά αληθινά: «Να ζούμε κάθε μέρα κάνοντας κάτι που αξίζει». Και αυτή ακριβώς ήταν η δική του στάση, «με τη ζωή», ακόμη κι όταν, όπως έλεγε, «με περιτριγυρίζει ο θάνατος».
Ο ίδιος δεν έκρυψε ποτέ τη μάχη του. Αντίθετα, τη μοιράστηκε με αξιοπρέπεια και γενναιότητα, όχι από διάθεση έκθεσης, αλλά από ανάγκη αλήθειας, επικοινωνίας και προσφοράς. Ήξερε πολύ καλά πως «ο καρκίνος από μόνος του σε κάνει να κλείνεσαι στον εαυτό σου, δημιουργεί έναν τρόμο, μια έλλειψη κατανόησης». Κι όμως, εκείνος πήγε αντίθετα από αυτή τη φυσική ροπή του φόβου. Άνοιξε την καρδιά του και, μαζί μ’ αυτήν, άνοιξε έναν δρόμο και για άλλους ανθρώπους να μιλήσουν, να συγκινηθούν, να ταυτιστούν, να πάρουν δύναμη.
Μέσα από αυτό γεννήθηκε και το βιβλίο του: Μια συλλογή από 24 γράμματα προς τον μικρό του γιο, τον Στέλιο, το «χρυσάφι στις πληγές» του. Ένα βιβλίο-μαρτυρία, που όπως έλεγε ο ίδιος, πρόκειται για «τη μαρτυρία μου, η μαρτυρία μιας ζωής — ή έστω μισής», όπου κάθε γράμμα είναι ξεχωριστό. Στις σελίδες του κατέθεσε όσα ήθελε να αφήσει στο παιδί του: Τις σκέψεις του, τις εμπειρίες του, την αγάπη, τη θλίψη και το φως του, μαζί με όλα όσα πίστευε πως πραγματικά αξίζουν. Και ίσως εκεί βρίσκεται και η πιο μεγάλη συγκίνηση αυτής της διαδρομής, ότι μέσα στην πιο σκοτεινή πιθανότητα, εκείνος έγραφε για το μέλλον. Για τον Στέλιο. Για την αγάπη που δεν σταματά.
Στον πιο δύσκολο αγώνα, δίπλα του κάθε στιγμή στάθηκε η Μαρίνα, σύντροφος ζωής και συνοδοιπόρος, ως αναπόσπαστο κομμάτι αυτής της κοινής μάχης, σε μια καθημερινότητα όπου η αγάπη έπαιρνε τη μορφή της φροντίδας, της αντοχής, της παρουσίας. Και στο κέντρο όλων ο Στέλιος -η κινητήρια δύναμη, ο λόγος να σηκώνεται ξανά.
Όταν, για τις ανάγκες της συνέντευξης που μου παραχώρησε τον περασμένο Οκτώβριο για την «Α», τον ρώτησα ποιος τον βοήθησε να σταθεί όρθιος στις στιγμές που δεν άντεχε άλλο, η απάντηση ήρθε χωρίς δεύτερη σκέψη: «Ο Στέλιος. Ακόμα και όταν δεν ήθελα να σηκωθώ, όλοι οι δικοί μου άνθρωποι που αντέχανε και με έσερναν, μου έλεγαν “σκέψου τον Στέλιο”. Και σηκωνόμουν».
Ο Γιάννης, όμως, δεν ήταν μόνο πατέρας, σύντροφος, συγγραφέας ή ένας άνθρωπος που πάλευε με την ασθένεια. Ήταν και ένας βαθιά πολιτικός, κοινωνικός άνθρωπος, με την ουσιαστική έννοια της λέξης: Κάποιος που πονούσε για τον κόσμο και μαζί του, που δεν αδιαφορούσε για τον πόνο των άλλων, που έβλεπε τη μοίρα του ανθρώπου ως κοινή υπόθεση. Όταν βγήκε από το νοσοκομείο, το πρώτο αντίγραφο του βιβλίου του το έδωσε, μαζί με τον Στέλιο στον Πάνο Ρούτσι, κατά τη διάρκεια της απεργίας πείνας που πραγματοποιούσε. Όταν τον ρώτησα τι σήμαινε για τον ίδιο η πράξη αυτή, μου απάντησε:
«Αν αρχίσουμε να μοιραζόμαστε τις αγωνίες μας, που είναι διαφορετικές για τον καθένα, μικρές μεγάλες, δεν έχει σημασία, με τι τέρατα παλεύει ο καθένας μας, τι δυσκολίες, αντί να τα κρίνουμε στον εαυτό μας και να παίρνουμε όλη την ευθύνη στους ώμους μας, αυτό είναι το άνοιγμα ψυχής. Ο Πάνος δεν παλεύει μόνο για το παιδί του, δεν παλεύει καν μόνο για τα παιδιά των Τεμπών. Ο Πάνος όταν πέρασε το “Race for the Cure”, έσπευσε να τους χαιρετήσει. Όταν πήγαν οι πορείες για την Παλαιστίνη, σήκωσε τη σημαία».
Δεν το έλεγε θεωρητικά. Το εννοούσε και το ζούσε. Στάθηκε δίπλα σε άλλους αγωνιζόμενους ανθρώπους, αναγνώριζε τον πόνο ως κοινό τόπο συνάντησης και υπερασπιζόταν με συνέπεια μια κοινωνία πιο ανθρώπινη, πιο δίκαιη, πιο τρυφερή. Με την ίδια ηθική καθαρότητα μιλούσε και για όσα συμβαίνουν γύρω μας. Δεν δεχόταν τη συνήθεια της φρίκης, ούτε την κανονικότητα μπροστά στην αδικία. «Με συγκλονίζει το ότι ενώ δίπλα μας ξέρουμε ότι σκοτώνουν ανθρώπους, συνεχίζουμε κανονικά τη ζωή μας», έλεγε. Αυτή ήταν η πυξίδα του: να μη συνηθίζουμε το άδικο, να μην αποκόβουμε τον εαυτό μας από τον άλλον άνθρωπο, να μην παραιτούμαστε από τη δυνατότητα της αλληλεγγύης και της συλλογικότητας.
Κι αυτή η ελπίδα δεν είναι ποτέ κούφια. Είναι επίγνωση, επιλογή και στάση αντίστασης. Φαινόταν σε κάθε του λέξη, ακόμη κι όταν αναμετριόταν με τα πιο σκληρά ερωτήματα. «Έπρεπε να αντιμετωπίσω το πραγματικό ερώτημα, ότι τι θα γίνει αν πράγματι δυσκολεύσουν τα πράγματα», μου είχε πει. Και το αντιμετώπισε. Με φόβο, με πόνο, με δάκρυα, αλλά και με απίστευτη γενναιοδωρία ψυχής. Γι’ αυτό και το δικό του μότο, το οποίο σήμερα ακούγεται σαν η πιο δυνατή του παρακαταθήκη, μένει πίσω σαν φως: «Όσο υπάρχει ζωή, υπάρχει ελπίδα». Γιάννη μου, σε ευχαριστούμε για όλα…
Το βιβλίο, μπορείτε να το διαβάσετε δωρεάν σε ψηφιακή μορφή και να παραλάβετε ένα αντίτυπο (στηρίζοντας την οικογένεια του Γιάννη Μπρούζου), με τη συμπλήρωση της ειδικής φόρμας. (https://sites.google.com/view/ti-pragmatika-axizei).
Διαβάστε ειδήσεις για την Νότια Αττική στο Notiosorizontas.gr
Κάντε like στη σελίδα μας στο Facebook


