Αβέβαιες οι προοπτικές για τον τερματισμό του πολέμου στο Ιράν, εξίσου αβέβαιες και οι συνέπειες από την «έκρηξη» της τιμής του πετρελαίου
Από την έντυπη έκδοση της εβδομαδιαίας εφημερίδας ΝΟΤΙΟΣ ΟΡΙΖΟΝΤΑΣ – 18/03/2026
Η τρίτη εβδομάδα του πολέμου στο Ιράν χαρακτηρίζεται μεν από το ερώτημα πότε και πώς μπορεί να σταματήσει αυτός ο πόλεμος, αλλά αυτό που κυριαρχεί είναι η διπλωματική μάχη που δίνεται για να κρατηθούν ανοικτά τα στενά του Ορμούζ. Ο λόγος ασφαλώς δεν είναι άλλος από την εξέλιξη της τιμής του πετρελαίου και γενικότερα της ενεργειακής κρίσης που έχει προκύψει ύστερα από τις βόμβες που έπεσαν στην Τεχεράνη και προκάλεσαν την ανάφλεξη στην ευρύτερη περιοχή.
Στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος φαίνεται πως βρίσκεται ένα μικρό νησάκι ονόματι Χαργκ, το οποίο είναι εξαιρετικά κρίσιμο για τον έλεγχο της ναυσιπλοΐας στον Περσικό Κόλπο εξαιτίας της θέσης του και ταυτόχρονα είναι θεμελιώδες για τη διακίνηση του ιρανικού πετρελαίου, αφού σχεδόν το 90% των εξαγωγών εξαρτάται από αυτό το νησί. Ο Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε ξεκάθαρα ότι το νησί Χαργκ βρίσκεται έτσι στο στόχαστρο των αμερικανικών στρατιωτικών επιχειρήσεων και δεν απέκλεισε ακόμη και το ενδεχόμενο κατάληψής του προκειμένου να πιέσει περαιτέρω την Τεχεράνη, η οποία με τη σειρά της δεν δείχνει διατεθειμένη να παρατήσει τα όπλα. Έτσι, ενώ από τη μια πλευρά η Ουάσιγκτον και ο πρόεδρος Τραμπ υποστηρίζουν ότι ο πόλεμος μπορεί να διαρκέσει μερικές ακόμη ημέρες ή εβδομάδες, το Ιράν προειδοποιεί ότι δεν θα είναι εύκολος αντίπαλος και πως οι Ιρανοί είναι διατεθειμένοι να συνεχίσουν τον πόλεμο για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι η Τεχεράνη απειλεί με ολοκληρωτική καταστροφή και πυραύλους που μπορούν να φτάσουν ακόμη και ως την Ευρώπη, ενώ προειδοποιεί ότι η κρίση που κορυφώνεται στον Περσικό Κόλπο μπορεί να οδηγήσει το πετρέλαιο ακόμη και στα 200 δολάρια το βαρέλι, αδιαφορώντας προφανώς για όσα υποστηρίζουν οι ΗΠΑ. Η οικονομία εξάλλου δεν μπορεί παρά να είναι ένας πολύ σημαντικός παράγοντας για την εξέλιξη του πολέμου, αφού η κλιμάκωση της κρίσης κάθε άλλο παρά αδιάφορη αφήνει και την αμερικανική ηγεσία. Έτσι, πολλοί είναι εκείνοι που υποστηρίζουν πως παρά τα αρχικά λεγόμενά του για την τιμή του πετρελαίου και τις στρατιωτικές επιχειρήσεις των Αμερικανών στη Μέση Ανατολή, ο πρόεδρος Τραμπ τώρα κάνει δεύτερες σκέψεις, αλλά δεν μπορεί να ομολογήσει την πρόθεση απεμπλοκής των ΗΠΑ από τον πόλεμο.
Περιμένοντας (μάταια) την ειρήνη
Το βέβαιο είναι ότι το ενδεχόμενο συμβιβασμού των δύο πλευρών απομακρύνεται διαρκώς, αφού και οι όροι που έθεσε η Τεχεράνη για εκεχειρία την περασμένη εβδομάδα είναι πρακτικώς ανεφάρμοστοι, ενώ οι ΗΠΑ από τη δική τους πλευρά επιμένουν ότι δεν θα υποχωρήσουν εάν δεν πετύχουν πλήρως τους στόχους τους στην περιοχή – συμπεριλαμβανομένης ασφαλώς και της εκδίωξης του θεοκρατικού καθεστώτος της Τεχεράνης.
Το Ιράν ωστόσο επιμένει και από τη δική του πλευρά με τον Μοτζάμπα Χαμενεΐ στη θέση του ανώτατου θρησκευτικού ηγέτη ότι δεν πρόκειται να κάνει πίσω, ενώ σε ό,τι αφορά και το εσωτερικό μέτωπο ο ίδιος έχει στενές σχέσεις με τους «Φρουρούς της Επανάστασης», συμμετείχε στην καταστολή των διαδηλώσεων κατά του καθεστώτος το 2009, ενώ έχει κατηγορηθεί ακόμη και για νοθεία στις εκλογές προκειμένου να εκλεγεί πρόεδρος ο επίσης σκληρός Μαχμούντ Αχμαντινετζάντ.
Πρακτικά όλα αυτά σημαίνουν ότι ο ίδιος θα συνεχίσει την πολιτική του πατέρα του, Αλί Χαμενεΐ και πως θα συνεχίσει να αδιαφορεί για τη στάση των ΗΠΑ και για τις βόμβες που πέφτουν στο Ιράν, αλλά και για τις αντιδράσεις των γειτονικών αραβικών κρατών του Κόλπου που εξακολουθούν ν’ αποτελούν παράπλευρο στόχο του Ιράν στις επιθέσεις που εξαπολύει καθημερινά κατά αμερικανικών στόχων. Την ίδια στιγμή, κλιμακώνει τις επιθέσεις του κατά του Ισραήλ, ενώ το Ισραήλ από τη δική του πλευρά προχωρεί σε γενίκευση των συγκρούσεων με την επέμβασή του στο Λίβανο κατά της Χεζμπολάχ, παρά την προσπάθεια της Ευρώπης και συγκεκριμένα του Γάλλου προέδρου Εμανουέλ Μακρόν γι’ απευθείας συνομιλίες και την επίτευξη ενός συμβιβασμού που θα κάνει τα όπλα να σιγήσουν.
Και στη μέση… Μόσχα – Πεκίνο
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει πάντως και ο ρόλος των άλλων δυνάμεων στη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή και συγκεκριμένα της Ρωσίας και της Κίνας. Η Ρωσία ήδη επιχειρεί ν’ αδράξει την ευκαιρία και να κάνει άνοιγμα προς την Ευρώπη, υποσχόμενη την τροφοδοσία της με πετρέλαιο και φυσικό αέριο, παρά τις κυρώσεις που έχει επιβάλει η Ευρωπαϊκή Ένωση σε βάρος της ελέω Ουκρανίας, ενώ οι ΗΠΑ έκλεισαν το μάτι στη συνέχιση της τροφοδοσίας της Ινδίας με ρωσικό πετρέλαιο. Με άλλα λόγια, παρά τους παραδοσιακούς δεσμούς Μόσχας – Τεχεράνης και τις φήμες ότι η Ρωσία στηρίζει με μυστικές πληροφορίες ή ακόμη και στρατιωτικό υλικό το Ιράν, η ρωσική πλευρά είναι αυτή που από τη συνέχιση του πολέμου βγαίνει κερδισμένη λόγω του πετρελαίου και του φυσικού αερίου.
Από την άλλη πλευρά, η Κίνα φαίνεται να επιλέγει την οδό της διπλωματίας και να τηρεί προσεκτική στάση. Από τη μια πλευρά, όπως είναι απόλυτα λογικό, δεν επιθυμεί να ενισχυθεί περαιτέρω η αμερικανική κυριαρχία και γι’ αυτό καταδικάζει τα πλήγματα στο Ιράν και τον πόλεμο. Από την άλλη πλευρά όμως δεν σπεύδει να ταχθεί στο πλευρό της Τεχεράνης, παρά το γεγονός ότι έχει προνομιακές οικονομικές σχέσεις με το Ιράν και είναι ο μεγαλύτερος αγοραστής ιρανικού πετρελαίου. Ο λόγος είναι πως θέλει να διαφυλάξει τις καλές σχέσεις που έχει αναπτύξει τα τελευταία χρόνια και με τις άλλες αραβικές χώρες του Περσικού Κόλπου, ενώ στα τέλη Μαρτίου είναι προγραμματισμένη επίσκεψη του Τραμπ στο Πεκίνο και συνάντησή του με τον Κινέζο ομόλογό του, Σι Τζινγκ Πινγκ. Μια συνάντηση στην οποία ασφαλώς θα κυριαρχήσουν οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και η πετρελαϊκή κρίση, αλλάζοντας την αρχική ατζέντα που περιστρεφόταν γύρω από τις παγκόσμιες οικονομικές ισορροπίες και τον ανταγωνισμό ΗΠΑ – Κίνας.
Διαβάστε ειδήσεις για την Νότια Αττική στο Notiosorizontas.gr
Κάντε like στη σελίδα μας στο Facebook


